Σκισμένο ψαθάκι
Ένα μικρό ψαροκάικο είναι η ζωή μου. Ένα μικρό, φθαρμένο ψαροκάικο που έχει σμαραγδιά φεγγάρια στο κατάρτι του κι έναν ξεσκούφωτο ήλιο αληταρά για τιμονιέρη. Ένα ψαροκάικο δίχως ρότα.
«Πού πάμε, καπετάνιο;» με ρωτάει ο τιμονιέρης και μου κλείνει το μάτι.
«Όπου πάν’ τα κύματα!» λέω επίσημα εγώ.
Και τα σμαραγδιά φεγγάρια που είναι στο κατάρτι σκάνε σαν ρόδια στην κουβέρτα.
Κι ο ξεσκούφωτος ήλιος ο αληταράς παρατάει το τιμόνι του και χορεύει.
Και η νύχτα γεμίζει χιλιάδες ήλιους αληταράδες. Και η ψυχή μου γεμίζει νύχτες πολύχρωμες. Γεμίζει σμαραγδιά φεγγάρια και θαλασσινά πουλιά. Πού να χωρέσουν μέσα μου όλ’ αυτά; Πού να στριμωχτούν, πανάθεμά τα; Πάντως, αυτό που έχω σίγουρα καταλάβει είναι πως δεν μου πάει η κουστουμιά του κανονικού ανθρώπου. Σαν κλόουν γίνομαι κάθε φορά που προσπαθώ να τη φορέσω.
Δείτε επίσης
Ο υποβολέας
Οι νεκροί
Οδός Σουλειμάν Πασά
Ο καπετάν Μιχάλης
Το εξπρές της φιλοσοφίας